σβέρκος

ο, Ν
1. το πίσω μέρος τού λαιμού, ο αυχένας
2. φρ. α) «τού κάθισε στον σβέρκο» — τού έγινε βάρος, τού φορτώθηκε
β) «ψώνισα από σβέρκο» — εξαπατήθηκα ή απέτυχα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αλβ. zverk].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σβέρκος — [звэркос] ουσ. α затылок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σβέρκος — ο (λ. αλβαν.) 1. το πίσω μέρος του λαιμού, ο αυχένας: Του πέρασε ένα λουρί στο σβέρκο του. 2. «Του κάθισε στο σβέρκο», του έγινε φόρτωμα· «Ψώνισε από σβέρκο», απέτυχε στην εκλογή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυχένας — I (Γεωγρ.). Όρος με πολλά συνώνυμα (που κάποτε αποτελούν τοπικούς ιδιωματισμούς: διάσελο, δερβένι κλπ.), ο οποίος χαρακτηρίζει ένα χαμηλό σημείο κορυφογραμμής ανάμεσα σε δύο υψώματα. Μέσω αυτών προσδιορίζονται μεταξύ άλλων και τα διάφορα τμήματα… …   Dictionary of Greek

  • λόφος — Ονομασία πέντε οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 790 μ., 74 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού, 74 χλμ. Α της Πάτρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Διακοπτού. Μέχρι το 1955… …   Dictionary of Greek

  • ζνίχι — το [ζινίχιον] τράχηλος, σβέρκος …   Dictionary of Greek

  • κούτικας — και ακούτικας, ο αυχένας, σβέρκος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. < κόττικοι «περικεφαλαίες» (Ησύχ.) ή < αρχ. κοττίς «κεφαλή, ινίο», με κώφωση ( ο > ου ) στον τ. ακούτικας εμφανίζεται ανάπτυξη α ] …   Dictionary of Greek

  • λύκος — I (Βοτ.). Κοινή ονομασία του φυτικού γένους Orobanche της οικογένειας των οροβαγχιδών. Τα φυτά αυτά, που είναι γνωστά και με την κοινή ονομασία λυκόχορτα, είναι δικοτυλήδονα φυτά που αναπτύσσονται ως παράσιτα. Έχουν παχύ, σαρκώδη βλαστό, χωρίς… …   Dictionary of Greek

  • ξεζνιχίζω — (Μ) (σχετικά με θυσία πτηνών στην ΠΔ) τσιμπώ με το νύχι ή τρυπώ με αιχμηρό όργανο τον λαιμό τού πτηνού χωρίς να αποκόψω εντελώς το κεφάλι από το σώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + ζνίχι(ον) «τράχηλος, σβέρκος»] …   Dictionary of Greek

  • ξεσβερκώνομαι — και ξεσβερκιάζομαι 1. αισθάνομαι πόνο στους μυς τού σβέρκου, τού τραχήλου, που οφείλεται σε μεγάλο κάματο, βγάζω τον σβέρκο μου 2. στρέφω επίμονα και επί πολλή ώρα το κεφάλι μου προς μία κατεύθυνση, ξελαιμιάζομαι («ξεσβερκώθηκε να τόν κοιτάζει»)… …   Dictionary of Greek

  • σβερκιά — η, Ν [σβέρκος] χτύπημα στον αυχένα με την παλάμη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.